φιστικοπώλης
•
- επάγγελμαο έμπορος φιστικιών, που πουλάει φιστίκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιστικοπώλης < φιστίκ(ι) + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιστικοπώλης | φιστικοπώλες |
| Γενική | φιστικοπώλη | φιστικοπωλών |
| Αιτιατική | φιστικοπώλη | φιστικοπώλες |
| Κλητική | φιστικοπώλη | φιστικοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →