φιτιλήθρα
•
- ιδιωματικότο φιτίλι της λάμπας (πετρελαίου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιτιλήθρα < μεσαιωνική ελληνική φιτίλ(ιν) + -ήθρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
φιτιλήθρα < μεσαιωνική ελληνική φιτίλ(ιν) + -ήθρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →