φιτιλιά
•
- το άναμμα του φιτιλιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάη πυροδότηση καβγά, διαφωνιών, η αφορμή που σκόπιμα δίνεται από κάποιον για να "ανάψει" μια συζήτηση, να δημιουργηθεί ένταση και έντονη δυσαρέσκεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιτιλιά < φιτίλ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιτιλιά | φιτιλιές |
| Γενική | φιτιλιάς | φιτιλιών |
| Αιτιατική | φιτιλιά | φιτιλιές |
| Κλητική | φιτιλιά | φιτιλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →