Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιτιλιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το άναμμα του φιτιλιού Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη πυροδότηση καβγά, διαφωνιών, η αφορμή που σκόπιμα δίνεται από κάποιον για να "ανάψει" μια συζήτηση, να δημιουργηθεί ένταση και έντονη δυσαρέσκεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιτιλιά < φιτίλ(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιτιλιάφιτιλιές
Γενικήφιτιλιάςφιτιλιών
Αιτιατικήφιτιλιάφιτιλιές
Κλητικήφιτιλιάφιτιλιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →