φιόγκος
•
- τρόπος δεσίματος κορδέλλας, σπάγκου, κορδονιού κ.λπ. με διπλή θηλιά κι εύκολο λύσιμο, σε σχήμα πεταλούδας Βικιλεξικό
- Ὁ κόμπος εἶναι πάντα καλόγουστος, ἕνα εἶδος φιόγκου, καὶ δὲν καταλαβαίνω πῶς τὸν πετυχαίνει καὶ τὸν κάνει νὰ φαίνεται πλούσιος μόνο μὲ δυὸ τρεῖς κινήσεις τῶν δαχτύλων (Νέα Εστία, τόμος 98, Ι.Δ. Κολλάρος και Σία, 1975)
- συνεκδοχικάκορδέλλα, σπάγκος, κορδόνι κ.λπ. δεμένο με διπλή θηλιά σε σχήμα πεταλούδας Βικιλεξικό
- Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)
- συνεκδοχικάτο παπιγιόν με Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τζιτζιφιόγκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιόγκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική fiocco
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιόγκος | φιόγκοι |
| Γενική | φιόγκου | φιόγκων |
| Αιτιατική | φιόγκο | φιόγκους |
| Κλητική | φιόγκε | φιόγκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →