φιόρο
•
- ιδιωματικότο άνθος (και μεταφορικά), λουλούδι Βικιλεξικό
- «Το φιόρο του λεβάντε», δηλαδή, «το άνθος της Ανατολής», ήταν ο τίτλος θεατρικού έργου του 1914 του Γρηγόριου Ξενόπουλου.
- Κι' ἂν κεντισμένα τοῦτα δῶ, σὰ ζωντανὰ ἐφαινόνταν, τὰ φιόρα μοσκοβόλαγαν, μίλαγαν οἱ ἀνθρῶποι, ἀχοῦσαν τὰ καμπαναριὰ καὶ τὰ πουλιὰ πετάγαν (Johannes Th Kakridis, Homer revisited, εκδ. Gleerup, 1971, σελ. 115)
- Πρωτομαγιά, η μέρα που εγκαινιάζει τον μήνα των φιόρων και της ελπίδας. (Αδελφότητα Κεφαλλήνων &Ιθακήσιων Πειραιά:Καλό μήνα Μάιο σας ευχόμαστε και καλή Ανάσταση!, kefaloniafocus.com, 03/05/2024, https://kefaloniafocus.com/culture/2024/05/8835/)
Ετυμολογία
φιόρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική fiore < λατινική florem, αιτιατική ενικού του flos < πρωτοϊταλική *flōs < *bʰleh₃- (άνθος) < *bʰel- (ανθίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιόρο | φιόρα |
| Γενική | φιόρου | φιόρων |
| Αιτιατική | φιόρο | φιόρα |
| Κλητική | φιόρο | φιόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →