φκιάχνω
•
- προφορικόφτιάχνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φκιάχνω < φτιάχνω με αποβολή του [t] για απλοποίηση του συμφωνικού συμπλέγματος [ftx̃áxno > fk̃áxno] και ανομoίωση τρόπου άρθρωσης [fx̃ > fk̃]
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φκιάχνω | φκιάχνεις | φκιάχνει | φκιάχνουμε | φκιάχνετε | φκιάχνουν / φκιάχνουνε |
| Παρατατικός | έφκιαχνα | έφκιαχνες | έφκιαχνε | φκιάχναμε | φκιάχνατε | έφκιαχναν / φκιάχναν / φκιάχνανε |
| Αόριστος | έφκιαξα | έφκιαξες | έφκιαξε | φκιάξαμε | φκιάξατε | έφκιαξαν / φκιάξαν / φκιάξανε |
| Μέλλοντας | θα φκιάξω / θα φκιάχνω | θα φκιάξεις / θα φκιάχνεις | θα φκιάξει / θα φκιάχνει | θα φκιάξουμε / θα φκιάχνουμε | θα φκιάξετε / θα φκιάχνετε | θα φκιάξουν / θα φκιάξουνε / θα φκιάχνουν / θα φκιάχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φκιάξει | έχεις φκιάξει | έχει φκιάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φκιάξει | είχες φκιάξει | είχε φκιάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φκιάξει / να φκιάξω / να φκιάχνω | να έχεις φκιάξει / να φκιάξεις / να φκιάχνεις | να έχει φκιάξει / να φκιάξει / να φκιάχνει | να φκιάξουμε / να φκιάχνουμε | να φκιάξετε / να φκιάχνετε | να φκιάξουν / να φκιάξουνε / να φκιάχνουν / να φκιάχνουνε |
| Προστακτική | — | έχε φκιαγμένο / φκιάξε / φκιάχνε | — | — | φκιάξτε / φκιάχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →