φλάρος
•
- αδερφός, καθολικός ιερέας ή καλόγερος Βικιλεξικό
- ιδιωματικόμεγάλο πήλινο κιούπι, στο οποίο άνοιγαν τρύπες και το τοποθετούσαν στο «καπάκι» της καμινάδας, για να απάγεται ο καπνός και να μην εισέρχονται τα νερά της βροχής Βικιλεξικό
- ιδιωματικόείδος κεραμικής σόμπας με στόμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλάρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φράρος (με ανομοίωση [r] > [l]) < βενετική frar < λατινική frater < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰréh₂tēr (αδελφός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλάρος | φλάροι |
| Γενική | φλάρου | φλάρων |
| Αιτιατική | φλάρο | φλάρους |
| Κλητική | φλάρε | φλάροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →