φλέμα
•
- φυσιολογίαπαχύρρευστη βλεννώδης ουσία που μοιάζει με τη μύξα και αποβάλλεται από το στόμα ως πτύελο· προέρχεται είτε από τους πνεύμονες είτε από τη ρινική κοιλότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλέμα < μεσαιωνική ελληνική φλέμα < αρχαία ελληνική φλέγμα < φλέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλέμα | φλέματα |
| Γενική | φλέματος | φλεμάτων |
| Αιτιατική | φλέμα | φλέματα |
| Κλητική | φλέμα | φλέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →