φλαμπέ
•
- πυρπολημένο, φλογισμένο: γαστρονομικός όρος για φαγητά που προκειμένου να γίνουν νοστιμότερα ή απλώς πιο εντυπωσιακά, όταν σερβίρονται η επιφάνειά τους καταβρέχεται με αλκοόλ και στη συνέχεια πυρπολείται, ώστε αυτή να καλυφθεί για μερικά δευτερόλεπτα από φλόγες. Αυτές σβήνουν όταν καεί σχεδόν όλο το οινόπνευμα που είχε χυθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλαμπέ < από το γαλλικό όρο flambé και flambée < μετοχή αρσενικού και θηλυκού γένους αντίστοιχα του ρήματος flamber (καίω, πυρπολώ, φλογίζω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →