φλαούνα
•
- γλυκόπασχαλινό, κυπριακό έδεσμα, γλυκό ή αλμυρό, που αποτελείται από φύλλο και γέμιση από ειδικό τυρί, σταφίδες και δυόσμο Βικιλεξικό
- Η φλαούνα είναι στενά συνδεδεμένη με το Πάσχα στην Κύπρο, όπως φανερώνει και η σχετική κυπριακή παροιμία : Με ξώλαμπρα φλαούνες με ξώγαμα προιτζιά (Θεοφανώ Δ. Κύπρη, Καλλιόπη Α. Πρωτόπαπα, Παραδοσιακά ζυμώματα της Κύπρου. Η χρήση και η σημασία τους στην εθιμική ζωή, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, 1997, σελ. 132) (η παροιμία σημαίνει «Κάθε πράγμα όπου και όταν πρέπει να γίνεται», Ακαδημία Αθηνών, Παροιμίες, https://repo.academyofathens.gr/archive/item/451142)
- Χρησιμοποιούσαν τους τσέστους για να κόβουν και να ξηραίνουν πάνω σ’ αυτούς τον φιδέ, τα μακαρόνια, τον τραχανά. Τοποθετούσαν σ’ αυτούς τα κουλούρια και τις φλαούνες προ και μετά το φούρνισμα. (Συλλογές Σκεύη και Εργαλεία «Τσέστος,ο - Τσέστα,η - Τσέστον,το», Cyprusfoodmuseum https://www.cyprusfoodmuseum.com/sylloges/skeyi-kai-ergaleia/tsestoso-tsestai-tsestonto)
Ετυμολογία
φλαούνα < ίσως αρχαία ελληνική παλάθη (γλύκισμα από συντηρημένα φρούτα και ξηρούς καρπούς) ή αρχαία ελληνική φλάω (λειώνω, συνθλίβω) ή λατινική flado
Άλλοι τύποι
βλαούνα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →