φλεγμαίνω
•
- ιατρικήγια ιστό που παρουσιάζει φλεγμονή, που αντιδρά σε μόλυνση από παθογόνους μικροοργανισμούς με τοπικό οίδημα, πόνο, κοκκίνισμα και, πιθανόν, πυρετό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλεγμαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλεγμαίνω < φλέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φλεγμαίνω | φλεγμαίνεις | φλεγμαίνει | φλεγμαίνουμε | φλεγμαίνετε | φλεγμαίνουν / φλεγμαίνουνε |
| Παρατατικός | φλέγμαινα | φλέγμαινες | φλέγμαινε | φλεγμαίναμε | φλεγμαίνατε | φλέγμαιναν / φλεγμαίναν / φλεγμαίνανε |
| Αόριστος | φλέγμανα | φλέγμανες | φλέγμανε | φλεγμάναμε | φλεγμάνατε | φλέγμαναν / φλεγμάναν / φλεγμάνανε |
| Μέλλοντας | θα φλεγμάνω / θα φλεγμαίνω | θα φλεγμάνεις / θα φλεγμαίνεις | θα φλεγμάνει / θα φλεγμαίνει | θα φλεγμάνουμε / θα φλεγμαίνουμε | θα φλεγμάνετε / θα φλεγμαίνετε | θα φλεγμάνουν / θα φλεγμάνουνε / θα φλεγμαίνουν / θα φλεγμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φλεγμάνει | έχεις φλεγμάνει | έχει φλεγμάνει | έχουμε φλεγμάνει | έχετε φλεγμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φλεγμάνει | είχες φλεγμάνει | είχε φλεγμάνει | είχαμε φλεγμάνει | είχατε φλεγμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω φλεγμάνει / να φλεγμάνω / να φλεγμαίνω | να έχεις φλεγμάνει / να φλεγμάνεις / να φλεγμαίνεις | να έχει φλεγμάνει / να φλεγμάνει / να φλεγμαίνει | να έχουμε φλεγμάνει / να φλεγμάνουμε / να φλεγμαίνουμε | να έχετε φλεγμάνει / να φλεγμάνετε / να φλεγμαίνετε | να φλεγμάνουν / να φλεγμάνουνε / να φλεγμαίνουν / να φλεγμαίνουνε |
| Προστακτική | — | φλέγμαινε / φλέγμανε | — | — | φλεγμάνετε / φλεγμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →