Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλεγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψύχραιμος, απαθής, που δεν αντιδρά συγκινησιακά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φλεγματικός < αρχαία ελληνική φλεγματικός, ή, όν ελληνιστική λέξη < φλέγμα αλλά η σημασία ήταν αντίθετη και η νεοελληνική έννοια οφείλεται στην αντίστοιχη βρετανική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφλεγματικόςφλεγματικήφλεγματικό
Γενικήφλεγματικούφλεγματικήςφλεγματικού
Αιτιατικήφλεγματικόφλεγματικήφλεγματικό
Κλητικήφλεγματικέφλεγματικήφλεγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφλεγματικοίφλεγματικέςφλεγματικά
Γενικήφλεγματικώνφλεγματικώνφλεγματικών
Αιτιατικήφλεγματικούςφλεγματικέςφλεγματικά
Κλητικήφλεγματικοίφλεγματικέςφλεγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →