φλεξάρω
•
- επιδεικνύω Βικιλεξικό
- Δεν μας ενδιαφέρει η οικοσκευή σου (a.k.a προίκα), γι' αυτό μην ' φλεξάρεις ' το μίξερ ή/και την παγωτομηχανή σου προσπαθώντας να φτιάξεις παγωτό. Δεν είναι τόσο περίπλοκο. (https://www.checkincyprus.com/article/55009/paneykolo-kolpo-gia-na-ftiaxeis-pagoto-horis-pagotomihani)
- Είναι ανεκτό να φλεξάρεις τα πρησμένα σου μπράτσα. Πως όμως θα τα αναδείξεις με το λεκιασμένο μπλουζάκι που πλένεις το αυτοκίνητο; (https://www.pandaclothing.gr/blogs/articles/gymnasthriomestyl)
Ετυμολογία
φλεξάρω < αγγλική flex + -άρω (από την επίδειξη των μυώνων - flexing your muscles)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φλεξάρω | φλεξάρεις | φλεξάρει | φλεξάρουμε | φλεξάρετε | φλεξάρουν / φλεξάρουνε |
| Παρατατικός | φλέξαρα | φλέξαρες | φλέξαρε | φλεξάραμε | φλεξάρατε | φλέξαραν / φλεξάραν / φλεξάρανε |
| Αόριστος | φλεξάρισα | φλεξάρισες | φλεξάρισε | φλεξάραμε | φλεξάρατε | φλεξάραν / φλεξάρανε / φλεξάρισαν |
| Μέλλοντας | θα φλεξάρω | θα φλεξάρεις | θα φλεξάρει | θα φλεξάρουμε | θα φλεξάρετε | θα φλεξάρουν / θα φλεξάρουνε |
| Παρακείμενος | έχω φλεξάρει | έχεις φλεξάρει | έχει φλεξάρει | έχουμε φλεξάρει | έχετε φλεξάρει | έχουν φλεξάρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα φλεξάρει | είχες φλεξάρει | είχε φλεξάρει | είχαμε φλεξάρει | είχατε φλεξάρει | είχαν φλεξάρει |
| Υποτακτική | να έχω φλεξάρει / να φλεξάρω | να έχεις φλεξάρει / να φλεξάρεις | να έχει φλεξάρει / να φλεξάρει | να έχουμε φλεξάρει / να φλεξάρουμε | να έχετε φλεξάρει / να φλεξάρετε | να έχουν φλεξάρει / να φλεξάρουν / να φλεξάρουνε |
| Προστακτική | — | φλέξαρε / φλεξάρισε | — | — | φλεξάρετε / φλεξάρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →