φλιτζάνι
•
- μικρή κούπα με λαβή -για να πίνει κάποιος τσάι, χαμομήλι, φλαμούρι, καφέ (για τον ελληνικό καφέ συχνά φλιτζανάκι) Βικιλεξικό
- Πού είναι το φλιτζάνι μου; Το έσπασες;
- Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- πρακτική μονάδα μέτρησης για συνταγές Βικιλεξικό
- Βάλε ένα φλιτζάνι ρύζι/γάλα κ.λπ.
- μέθοδος πρόγνωσης του μέλλοντος για όσους πιστεύουν στην πρακτική μαντική ή γενικά στη μαντική Βικιλεξικό
- Η Μαρία ξέρει να λέει το φλιτζάνι (δηλαδή ερμηνεύει τα σχέδια που σχηματίζει το κατακάθι του καφέ όταν αναποδογυρίζεται το φλιτζάνι)
Ετυμολογία
φλιτζάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική filcan (διάλεκτος), fincan (/finˈʤan/) με μετάθεση του [i] και [l] < αραβική فنجان (finjān) < περσική پنگان (pingān/pengân) (συγγενικής του αρχαιοελληνικού πίναξ). : Δείτε και το ποντιακό «φιλτžαν'». Η συνηθισμένη γραφή με ύψιλον (<φλυτζάνι>) δεν ετυμολογείται. Προφορική παραλλαγή είναι η ένρινη προφορά (όπως «φλιντζάνι»).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλιτζάνι | φλιτζάνια |
| Γενική | φλιτζανιού | φλιτζανιών |
| Αιτιατική | φλιτζάνι | φλιτζάνια |
| Κλητική | φλιτζάνι | φλιτζάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →