φλογέρα
•
- μουσικό όργανοπαραδοσιακό πνευστό μουσικό όργανο, κυλινδρικό, με ανοιχτά τα δύο άκρα του, και τρύπες. Κατασκευασμένο από καλάμι, κόκαλο Βικιλεξικό
- (προφορικό) το φλάουτο με ράμφος
- γαστρονομίαείδος γλυκού ή φαγητού σε σχήμα κυλίνδρου, παρόμοιου με το μουσικό όργανο, γεμισμένου με υλικά επιλογής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλογέρα < (άμεσο δάνειο) αλβανική flojere / flojerë που συνδέεται με τη ρουμανική fluier (είδος πνευστού), την αρωμουνική fluiarã / fluearã < λατινική flaturalis < flatura, θηλυκό του flaturus, μετοχή ενεργητικού μέλλοντα του ρήματος flo < πρωτοϊταλική *flaō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰleh₁- (φυσώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλογέρα | φλογέρες |
| Γενική | φλογέρας | — |
| Αιτιατική | φλογέρα | φλογέρες |
| Κλητική | φλογέρα | φλογέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →