Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλογίζω

ρήμα
•
  1. καίω, τυλίγω κάτι στις φλόγες Βικιλεξικό
    • τους μεν εκ Πίστεως και φόβου προσερχομένους ὡς θεῷ και βασιλεῖ, και Κριτῇ πάντων ἡμῶν, φλογίζει καὶ κατακαίει τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν , τὰς ψυχάς φωτίζει καὶ ἁγιάζει ̇ τοὺς δὲ ἀπίστους, καὶ μετὰ ἀναισχυντίας προσερχομένους, φλογίζει καὶ κατακαίει τὰς ψυχὰς αὐτῶν καὶ τὰ σώματα (Εὐχολόγιον τὸ μέγα, Ενετίησιν, εν τη τυπογραφία Πάνου Θεοδοσίου του εξ Ιωαννίνων, 1811, σελ. 697-698 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%E1%BD%90%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%CF%84%E1%BD%B8_%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%B1_%E1%BC%90/JaMI454i_w4C?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%86%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%B9&pg=PA698&printsec=frontcover)
  2. προκαλώ φλεγμονή Βικιλεξικό
    • Εφτιαξα ένα γιατροσόφι για τη φαγούρα και το άπλωσα σαν κρέμα, αλλά αντί να με ανακουφίσει, μου φλόγισε το χέρι
  3. βιώνω έντονα συναισθήματα Βικιλεξικό
    • Και μια χαρά τα στήθη όλα φλογίζει (Σίλερ, Παρθένα της Ορλεάνης, μτφρ. Ι. Λάμψας)
  4. φλογίζομαι: έχω πυρετό, παίρνω τη θερμοκρασία ή το χρώμα της φλόγας Βικιλεξικό
    • Το μέτωπό του φλογιζόταν
    • Μόλις τον κοίταξε, τα μάγουλά της φλογίστηκαν

Ετυμολογία

φλογίζω αρχαία ελληνική φλογίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφλογίζωφλογίζειςφλογίζειφλογίζουμεφλογίζετεφλογίζουν / φλογίζουνε
Παρατατικόςφλόγιζαφλόγιζεςφλόγιζεφλογίζαμεφλογίζατεφλογίζαν / φλογίζανε / φλόγιζαν
Αόριστοςφλόγισαφλόγισεςφλόγισεφλογίσαμεφλογίσατεφλογίσαν / φλογίσανε / φλόγισαν
Μέλλονταςθα φλογίζω / θα φλογίσωθα φλογίζεις / θα φλογίσειςθα φλογίζει / θα φλογίσειθα φλογίζουμε / θα φλογίσουμεθα φλογίζετε / θα φλογίσετεθα φλογίζουν / θα φλογίζουνε / θα φλογίσουν / θα φλογίσουνε
Παρακείμενοςέχω φλογίσειέχεις φλογίσειέχει φλογίσειέχουμε φλογίσειέχετε φλογίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φλογίσειείχες φλογίσειείχε φλογίσειείχαμε φλογίσει——
Υποτακτικήνα έχω φλογίσει / να φλογίζω / να φλογίσωνα έχεις φλογίσει / να φλογίζεις / να φλογίσειςνα έχει φλογίσει / να φλογίζει / να φλογίσεινα έχουμε φλογίσει / να φλογίζουμε / να φλογίσουμενα έχετε φλογίσει / να φλογίζετε / να φλογίσετενα φλογίζουν / να φλογίζουνε / να φλογίσουν / να φλογίσουνε
Προστακτική—φλόγιζε / φλόγισε——φλογίζετε / φλογίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →