φλογισμένος
•
- φλογερός, καυτός, μέσα στις φλόγες Βικιλεξικό
- που περιγράφει τοπικό ερεθισμό, οίδημα, φλεγμονή, το φλεγμαίνον Βικιλεξικό
- Αχ! Είναι φλογισμένο το χέρι μου
- μεταφορικάπου έχει διακαές πάθος, που τον φλογίζει κάτι Βικιλεξικό
- Φλογισμένος από το όραμα της επανάστασης...
- Όλο το χωριό θα ριχτεί επάνω μου... θα με καίνε με τα φλογισμένα τους δάχτυλα... (Λόρκα, Το Σπιτι της Μπερνάντα Άλμπα, μετάφρ. Ν. Γκάτσος)
- που μοιάζει να έχει φλόγες Βικιλεξικό
- ο φλογισμένος ουρανός
- κι ο φλογισμένος βράχος στενάζοντας θα λιώσει (Τραγουδια του Πετράρχη)
Ετυμολογία
φλογισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του φλογίζω / φλογίζομαι
Άλλοι τύποι
φλογισμέναφλογισμένεφλογισμένεςφλογισμένηφλογισμένηςφλογισμένοφλογισμένοιφλογισμένοςφλογισμένουφλογισμένουςφλογισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →