Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλογισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. φλογερός, καυτός, μέσα στις φλόγες Βικιλεξικό
  2. που περιγράφει τοπικό ερεθισμό, οίδημα, φλεγμονή, το φλεγμαίνον Βικιλεξικό
    • Αχ! Είναι φλογισμένο το χέρι μου
  3. μεταφορικάπου έχει διακαές πάθος, που τον φλογίζει κάτι Βικιλεξικό
    • Φλογισμένος από το όραμα της επανάστασης...
    • Όλο το χωριό θα ριχτεί επάνω μου... θα με καίνε με τα φλογισμένα τους δάχτυλα... (Λόρκα, Το Σπιτι της Μπερνάντα Άλμπα, μετάφρ. Ν. Γκάτσος)
  4. που μοιάζει να έχει φλόγες Βικιλεξικό
    • ο φλογισμένος ουρανός
    • κι ο φλογισμένος βράχος στενάζοντας θα λιώσει (Τραγουδια του Πετράρχη)

Ετυμολογία

φλογισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του φλογίζω / φλογίζομαι

Άλλοι τύποι

φλογισμέναφλογισμένεφλογισμένεςφλογισμένηφλογισμένηςφλογισμένοφλογισμένοιφλογισμένοςφλογισμένουφλογισμένουςφλογισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →