φλογιστικός
•
- που προκαλεί φλόγωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλογιστικός < φλογίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλογιστικός | φλογιστική | φλογιστικό |
| Γενική | φλογιστικού | φλογιστικής | φλογιστικού |
| Αιτιατική | φλογιστικό | φλογιστική | φλογιστικό |
| Κλητική | φλογιστικέ | φλογιστική | φλογιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλογιστικοί | φλογιστικές | φλογιστικά |
| Γενική | φλογιστικών | φλογιστικών | φλογιστικών |
| Αιτιατική | φλογιστικούς | φλογιστικές | φλογιστικά |
| Κλητική | φλογιστικοί | φλογιστικές | φλογιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →