φλογοβόλος
•
- που βγάζει φλόγες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλογοβόλος μαρτυρείται από το 1843 στον Ιωάν. Ζαμπέλιο< φλογο- + -βόλος (< βάλλω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλογοβόλος | φλογοβόλα | φλογοβόλο |
| Γενική | φλογοβόλου | φλογοβόλας | φλογοβόλου |
| Αιτιατική | φλογοβόλο | φλογοβόλα | φλογοβόλο |
| Κλητική | φλογοβόλε | φλογοβόλα | φλογοβόλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλογοβόλοι | φλογοβόλες | φλογοβόλα |
| Γενική | φλογοβόλων | φλογοβόλων | φλογοβόλων |
| Αιτιατική | φλογοβόλους | φλογοβόλες | φλογοβόλα |
| Κλητική | φλογοβόλοι | φλογοβόλες | φλογοβόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →