φλογοκρύπτης
•
- εξάρτημα που τοποθετείται στην κάννη του όπλου και αποκρύπτει τη λάμψη της εκπυρσοκρότησης Βικιλεξικό
- για ψησταριέςεξάρτημα για προστασία των καυστήρων από την άμεση επαφή με λίπη και υπολείμματα τροφών και τον περιορισμό των ανεπιθύμητων αναφλέξεων Βικιλεξικό
- για ηλεκτροσυγκόλλησηεξάρτημα της τσιμπίδας που προσφέρει αξιόπιστη προστασία κατά τη διάρκεια της εργασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλογοκρύπτης < φλόγ(α) + -ο- + κρύπτ(ω) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλογοκρύπτης | φλογοκρύπτες |
| Γενική | φλογοκρύπτη | φλογοκρυπτών |
| Αιτιατική | φλογοκρύπτη | φλογοκρύπτες |
| Κλητική | φλογοκρύπτη | φλογοκρύπτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →