Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλοιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον φλοιό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή βρίσκεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Ο μυελός των οστών αιματώνεται από τους μυελικούς κλάδους της τροφοφόρου αρτηρίας του οστού, η οποία αφού διαπεράσει το φλοιό διαμέσου ενός «θρεπτικού καναλιού», διακλαδίζεται σε μια σειρά αγγείων που εφοδιάζουν με αίμα τόσο το φλοιακό, όσο και το μυελικό οστό. (*)
  2. που έχει σχέση με τον εγκεφαλικό φλοιό Βικιλεξικό
    • πχ. (ιατρική, ψυχιατρική) φλοιακές λειτουργίες, φλοιακή αυτοεπίγνωση
  3. που έχει σχέση με φλούδα καρπού Βικιλεξικό
    • πχ. (βοτανολογία, ιολογία) φλοιακή ασθένεια ντομάτας (ανατομικός προσδιορισμός)

Ετυμολογία

φλοιακός < φλοι(ός) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφλοιακόςφλοιακήφλοιακό
Γενικήφλοιακούφλοιακήςφλοιακού
Αιτιατικήφλοιακόφλοιακήφλοιακό
Κλητικήφλοιακέφλοιακήφλοιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφλοιακοίφλοιακέςφλοιακά
Γενικήφλοιακώνφλοιακώνφλοιακών
Αιτιατικήφλοιακούςφλοιακέςφλοιακά
Κλητικήφλοιακοίφλοιακέςφλοιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →