φλοιακός
•
- που έχει σχέση με τον φλοιό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή βρίσκεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- Ο μυελός των οστών αιματώνεται από τους μυελικούς κλάδους της τροφοφόρου αρτηρίας του οστού, η οποία αφού διαπεράσει το φλοιό διαμέσου ενός «θρεπτικού καναλιού», διακλαδίζεται σε μια σειρά αγγείων που εφοδιάζουν με αίμα τόσο το φλοιακό, όσο και το μυελικό οστό. (*)
- που έχει σχέση με τον εγκεφαλικό φλοιό Βικιλεξικό
- πχ. (ιατρική, ψυχιατρική) φλοιακές λειτουργίες, φλοιακή αυτοεπίγνωση
- που έχει σχέση με φλούδα καρπού Βικιλεξικό
- πχ. (βοτανολογία, ιολογία) φλοιακή ασθένεια ντομάτας (ανατομικός προσδιορισμός)
Ετυμολογία
φλοιακός < φλοι(ός) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλοιακός | φλοιακή | φλοιακό |
| Γενική | φλοιακού | φλοιακής | φλοιακού |
| Αιτιατική | φλοιακό | φλοιακή | φλοιακό |
| Κλητική | φλοιακέ | φλοιακή | φλοιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλοιακοί | φλοιακές | φλοιακά |
| Γενική | φλοιακών | φλοιακών | φλοιακών |
| Αιτιατική | φλοιακούς | φλοιακές | φλοιακά |
| Κλητική | φλοιακοί | φλοιακές | φλοιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →