φλοκάτη
•
- χαλί ή σκέπασμα με πολλές τούφες ή φούντες μαλλιού που στερεώνονται με κόμπους σε μια βάση και δημιουργούν έτσι ένα πυκνό και παχύ στρώμα Βικιλεξικό
- Ο ένας τοίχος ήταν σκεπασμένος με ψυχεδελικές αφίσες. Ο άλλος ράφια φορτωμένα με βιβλία ίσαμε πάνω, ανάκατα βαλμένα. Τόσα βιβλία! Του έκαναν τρομερή εντύπωση. Στο ντιβάνι ήταν όλο μικρά, μικρούτσικα μαξιλάρια, άχρηστα, και χάμω μια άσπρη φλοκάτη, μαξιλάρες μοβ και κίτρινες κι ένα στρογγυλό χαμηλό τραπεζάκι σκεπασμένο με ετερόκλητα αντικείμενα: περιοδικά, εφημερίδες, ζωάκια γυάλινα, κομπολόγια κι ένα ποτήρι σαμπάνιας με δυο κιτρινισμένες γαρδένιες.
Ετυμολογία
φλοκάτη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου φλοκάτος < μεσαιωνική ελληνική φλόκι < μεσαιωνική ελληνική φλόκ(ος) + -άτος < ιταλική flocco ή αρωμουνική floc < λατινική floccus (χνούδι, τουλούπα μαλλιού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλοκάτη | φλοκάτες |
| Γενική | φλοκάτης | — |
| Αιτιατική | φλοκάτη | φλοκάτες |
| Κλητική | φλοκάτη | φλοκάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →