φλοτέρ
•
- ειδική κατασκευή που διακόπτει την παροχή και ροή νερού σε καζανάκι, ντεπόζιτο ή δεξαμενή, προκειμένου να μην έχουμε υπερχείλιση Βικιλεξικό
- Συνεχώς μου χαλάει το φλοτέρ στο καζανάκι της τουαλέτας, κι όλο τρέχει.
- ελαφρύ σώμα που επιπλέει και συμβάλλει στην πλεύση άλλων σωμάτων Βικιλεξικό
- καθένας από τους δύο ή περισσότερους στεγανούς πλωτήρες ενός υδροπλάνου, με τους οποίους επιπλέει στο νερό Βικιλεξικό
- σημαδούρα που επιπλέει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλοτέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική flotteur < flotter + -eur < μέση γαλλική flotter < παλαιά γαλλικά floter < φραγκικά *flotōn < πρωτογερμανική *flutōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *plew-, *plōw- (ρέω, κυλώ, κολυμπώ) Συγκρίνετε με το γαλλικό floter < λατινική fluo.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →