φλουρί
•
- χρυσό νόμισμα Βικιλεξικό
- φλουρί κωνσταντινάτο
- κατ’ επέκτασητο νόμισμα ή απομίμηση νομίσματος που βάζουμε στη βασιλόπιτα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημεταλλικό κόσμημα που μοιάζει με νόμισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλουρί < μεσαιωνική ελληνική φλουρίον / φλωρίον < μεσαιωνική λατινική florenus < λατινική Florentia < florens < floreo < flos (λουλούδι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰleh₃-s< *bʰleh₃- (ανθίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλουρί | φλουριά |
| Γενική | φλουριού | φλουριών |
| Αιτιατική | φλουρί | φλουριά |
| Κλητική | φλουρί | φλουριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →