Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλωρί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πτηνόφλώρος Βικιλεξικό
  2. νόμισμαφλουρί Βικιλεξικό
    • ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina) , ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio) , σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)

Ετυμολογία

φλωρί <φλώρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλωρίφλωριά
Γενικήφλωριούφλωριών
Αιτιατικήφλωρίφλωριά
Κλητικήφλωρίφλωριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φλώρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή και προφορά της λέξης φλώρος , το πτηνό φλώρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φλώρι < χλωρίς < αρχαία ελληνική χλωρίων (ο πρασινωπός ή πρασινούλης, λόγω του xρώματος του πτηνού φλώρος, ο οποίος σήμερα ταξινομείται ως chloris chloris)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλώριφλώρια
Γενικήφλωριούφλωριών
Αιτιατικήφλώριφλώρια
Κλητικήφλώριφλώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →