Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλόγισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φλογίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φλόγισμα < φλογίζω, φλογισ- + -μα. Διαφορετική η ελληνιστική φλόγισμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλόγισμαφλογίσματα
Γενικήφλογίσματοςφλογισμάτων
Αιτιατικήφλόγισμαφλογίσματα
Κλητικήφλόγισμαφλογίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →