Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλόγωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιατρικήσυνώνυμο του φλόγωση Βικιλεξικό
    • Καπύρα: ἄρτου φλόγωμα ἀρχ. τεμάχιον άρτου πεφλογισμένον ἢ τηγανισμένον καὶ τρωγόμενον ἐν ταῖς πόλεσι μετὰ τοῦ καφφέ (Αθανάσιος Α. Σακελλαρίου, Τα Κυπριακά. Η εν Κύπρω Γλώσσα, κεφάλαιο: Νέαι Κυπριακαί Λέξεις, Αθήνησι, τύποις Π. Α. Σακελλαρίου, 1868, σελ. 297 https://www.google.gr/books/edition/Ta_Kypriaka/js4GAAAAQAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%B1&pg=PA297&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

φλόγωμα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλόγωμαφλογώματα
Γενικήφλογώματοςφλογωμάτων
Αιτιατικήφλόγωμαφλογώματα
Κλητικήφλόγωμαφλογώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →