Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλόκκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοη φούντα του φεσιού Βικιλεξικό
  2. σφουγγαρόπανο, σφουγγαρίστρα Βικιλεξικό
    • Τις πρώτες μέρες που φτιάχναμε το διαμέρισμά μας στη Λευκωσία παρουσιάστηκε βλάβη στα υδραυλικά. Στριμωγμένος στο μπάνιο ο υδραυλικός μού φώναξε «έφυγες βουριστός για το φλόκκο!». Κατάλαβα μόνο το ρήμα. Το επίθετο «βουριστός» μού ήταν εντελώς άγνωστο. Το ουσιαστικό «φλόκος» στο λεξιλόγιό μου αναφέρονταν στο πανί της πλώρης ενός ιστιοπλοϊκού. Ο υδραυλικός βγήκε τελικά βουριστός (βιαστικός, τρέχοντας) από το μπάνιο για να φέρει το φλόκκο (σφουγγαρίστρα).
    • Γιώργος Αγγελόπουλος, «Βουριστοί Καλαμαράδες», * Η Αυγή.gr (27 Μαρτίου 2013)· πρόσβαση: 2021-12-14.

Ετυμολογία

φλόκκος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλόκκοςφλόκκοι
Γενικήφλόκκουφλόκκων
Αιτιατικήφλόκκοφλόκκους
Κλητικήφλόκκεφλόκκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →