φλόμωμα
•
- το αποτέλεσμα του φλομώνω, το να προκαλεί κάποιος ζαλάδα, ανία με ψέματα ή ανοησίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλόμωμα < φλομώνω < φλόμος (φυτο με ναρκωτικό εκχύλισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλόμωμα | φλομώματα |
| Γενική | φλομώματος | φλομωμάτων |
| Αιτιατική | φλόμωμα | φλομώματα |
| Κλητική | φλόμωμα | φλομώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →