φλύσχης
•
- λιθολογικός σχηματισμός που αποτελείται από στρωματικές εναλλαγές αργίλων, ψαμμιτών, μαργών, ασβεστολίθων και κροκαλοπαγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλύσχης < αγγλική flysch < γερμανική Flysch < fließen (ρέω) < πρωτογερμανική *fleutaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *plewd- < *plew-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλύσχης | φλύσχες |
| Γενική | φλύσχη | φλυσχών |
| Αιτιατική | φλύσχη | φλύσχες |
| Κλητική | φλύσχη | φλύσχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →