Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλώρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πτηνόμικρό ωδικό πτηνό που επίσημα ανήκει στο είδος Chloris Chloris (από άλλους ταξινομείται ως Carduelis chloris και από τους Αμερικανούς αναφέρεται ως european greenfinch ενώ από τον Κάρολο Λινναίο είχε ταξινομηθεί ως Oriolus galbula) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάνδρας μαλθακός στον χαρακτήρα Βικιλεξικό
  3. μειωτικόο ομοφυλόφιλος άνδρας Βικιλεξικό
  4. σπάνιολευκός Βικιλεξικό
    • άλλη γραφή του φλιῶρος
    • τα κεχριμπάρια τα βαριά, το φλώρο ή τ’ άσπρο φίλντισι (Άγγελος Σικελιανός, Λυρικά, σειρά 1η, Αφροδίτης Ουρανίας, Γιάννης Κητς, 39ος στίχος)
    • βλάγκο ἂλογο, ῥούσσα γυναῖκα, φλιῶρο γίδι να μην παίρνης ποτέ σου ... Φλιῶρο δέ πρόβατο ή γίδι, και συνηθέστερον φλῶρο λέγεται το λευκόν (εκ του λατιν. επιθ. florus) (Νικόλαος Πολίτης, Παροιμίαι, τόμος Γ΄, 2015, σελ. 129 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CE%B9_%CE%A4%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CE%93/jkMlBgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%86%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%BF%22&pg=PA129&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

φλώρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φλῶρος (με επίδραση του λατινικά florus) < αρχαία ελληνική χλωρίων (δηλαδή ο πρασινωπός, ονομασία του πτηνού λόγω του χρώματός του)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλώροςφλώροι
Γενικήφλώρουφλώρων
Αιτιατικήφλώροφλώρους
Κλητικήφλώρεφλώροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →