Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοίνικας

/ˈfi.ni.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δέντροαειθαλές τροπικό δέντρο της οικογένειας Palmae ή Arecaceae, το οποίο έχει ψηλό και κυλινδρικό, σχεδόν ίσιο και χωρίς κλαδιά, κορμό που καταλήγει σε θύσανο Βικιλεξικό
  2. αιγυπτιακή μυθολογίαιερό πουλί της αρχαίας Αιγύπτου. Θεωρούνταν ότι ζει αιώνες κι, όταν ένιωθε ότι θα πεθάνει, έμπαινε σε φωτιά από αρωματικά φύλλα, για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του Βικιλεξικό
    • «...Έχεις φυσικό αντιπυρετικό μέσα σου;» χαμογελάει η Μαρία. «Πού ξέρεις; Μπορεί σε μια προηγούμενη ζωή μου να ήμουν ο μυθικός φοίνικας των Ελλήνων που ξαναγεννιόταν συνεχώς από τις στάχτες του» της λέω. «Ή επτάψυχη γάτα ίσως, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν είμαι βέβαιος πόσες ψυχές μου απομένουν». (Κωνσταντίνος Κ. Χαρδαβέλλας, Κώστας Χαρδαβέλλας. Το ζεϊμπέκικο του νικητή, εκδ. Πατάκη, 2017)
  3. νόμισματο πρώτο ασημένιο νόμισμα του ελληνικού κράτους μετά την Τουρκοκρατία Βικιλεξικό
    • Ο φοίνικας κόπηκε στην Αίγινα το 1828 από την καποδιστριακή κυβέρνηση και είχε αναπαράσταση του παραπάνω πτηνού στη μία του όψη. Αντικαταστάθηκε το 1832 από τη δραχμή

Ετυμολογία

φοίνικας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φοῖνιξ από την αιτιατική ενικού «τὸν φοίνικα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφοίνικαςφοίνικες
Γενικήφοίνικαφοινίκων
Αιτιατικήφοίνικαφοίνικες
Κλητικήφοίνικαφοίνικες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →