Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοβάμαι

ρήμα
•
  1. νιώθω φόβο, συναίσθημα που προκαλείται από σοβαρό κίνδυνο, απειλή κλπ. Βικιλεξικό
    • Φοβάμαι τη νύχτα στο κέντρο, φοβάμαι τους σεισμούς
  2. διστάζω, ανησυχώ, σκέφτομαι τυχόν αρνητικές παραμέτρους όχι ικανές να απειλήσουν ή να φοβερίσουν, αλλά ικανές να προβληματίσουν Βικιλεξικό
    • Λέω να μην απλώσω τα ρούχα, γιατί φοβάμαι μη βρέξει
  3. ευγενικός τρόπος εκφοράς άρνησης, ματαίωσης, όταν ο συνομιλητής αναμένεται λογικά να στενοχωρηθεί από αυτό που θα ακούσει Βικιλεξικό
    • Φοβάμαι πως δε θα μπορέσουμε να σας προσλάβουμε (εγώ πιθανόν να ήθελα, αλλά τα υπόλοιπα στελέχη, όχι)
    • Είπαμε στις 8, αλλά φοβάμαι ότι θα αργήσω (έχει κινηση, υπάρχει πολλή δουλειά, θέλω δηλαδή να έρθω, αλλά δεν είναι στο χέρι μου να είμαι εκεί στις 8)

Ετυμολογία

φοβάμαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φοβοῦμαι (συνηρημένος τύπος του φοβέομαι) + -άμαι < παθητική φωνή του ρήματος φοβέω < φόβος < φέβομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφοβάμαι / φοβούμαιφοβάσαιφοβάταιφοβούμαστε / φοβόμαστεφοβάστεφοβούνται
Παρατατικόςφοβόμουν / φοβόμουναφοβόσουν / φοβόσουναφοβόταν / φοβότανεφοβόμασταν / φοβόμαστεφοβόσασταν / φοβόσαστεφοβούνταν
Αόριστοςφοβήθηκαφοβήθηκεςφοβήθηκεφοβηθήκαμεφοβηθήκατεφοβήθηκαν / φοβηθήκαν / φοβηθήκανε
Μέλλονταςθα φοβάμαι / θα φοβηθώ / θα φοβούμαιθα φοβάσαι / θα φοβηθείςθα φοβάται / θα φοβηθείθα φοβηθούμε / θα φοβούμαστε / θα φοβόμαστεθα φοβάστε / θα φοβηθείτεθα φοβηθούν / θα φοβηθούνε / θα φοβούνται
Παρακείμενοςέχω φοβηθείέχεις φοβηθεί————
Υπερσυντέλικοςείχα φοβηθείείχες φοβηθεί————
Υποτακτικήνα έχω φοβηθεί / να φοβάμαι / να φοβηθώ / να φοβούμαινα έχεις φοβηθεί / να φοβάσαι / να φοβηθείςνα φοβάται / να φοβηθείνα φοβηθούμε / να φοβούμαστε / να φοβόμαστενα φοβάστε / να φοβηθείτενα φοβηθούν / να φοβηθούνε / να φοβούνται
Προστακτική—φοβήσου——φοβείστε / φοβηθείτε / φοβιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →