φοβερίζω
•
- εν γνώσει μου, συνειδητά, προκαλώ σε κάποιον τρόμο, ή φόβο, τον τρομάζω με κάτι συγκεκριμένο, τον απειλώ, τον φοβίζω για να τον ελέγξω Βικιλεξικό
- Οι γονείς φοβερίζουν συχνά τα παιδιά, αλλά σπανίως υλοποιούν τις απειλές τους.
- θέλει μονάχα, έχει δίκιο, να σας φοβερίσει λίγο, γιατι μαθές φέρατε αντίσταση στο φιλιωμό, θέλει να σας μαλώσει (Νίκος Καζαντζάκης, Αδελφοφάδες)
Ετυμολογία
φοβερίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φοβερίζω < αρχαία ελληνική φοβερός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φοβερίζω | φοβερίζεις | φοβερίζει | φοβερίζουμε | φοβερίζετε | φοβερίζουν / φοβερίζουνε |
| Παρατατικός | φοβέριζα | φοβέριζες | φοβέριζε | φοβερίζαμε | φοβερίζατε | φοβέριζαν / φοβερίζαν / φοβερίζανε |
| Αόριστος | φοβέρισα | φοβέρισες | φοβέρισε | φοβερίσαμε | φοβερίσατε | φοβέρισαν / φοβερίσαν / φοβερίσανε |
| Μέλλοντας | θα φοβερίζω / θα φοβερίσω | θα φοβερίζεις / θα φοβερίσεις | θα φοβερίζει / θα φοβερίσει | θα φοβερίζουμε / θα φοβερίσουμε | θα φοβερίζετε / θα φοβερίσετε | θα φοβερίζουν / θα φοβερίζουνε / θα φοβερίσουν / θα φοβερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φοβερίσει | έχεις φοβερίσει | έχει φοβερίσει | έχουμε φοβερίσει | έχετε φοβερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φοβερίσει | είχες φοβερίσει | είχε φοβερίσει | είχαμε φοβερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φοβερίσει / να φοβερίζω / να φοβερίσω | να έχεις φοβερίσει / να φοβερίζεις / να φοβερίσεις | να έχει φοβερίσει / να φοβερίζει / να φοβερίσει | να έχουμε φοβερίσει / να φοβερίζουμε / να φοβερίσουμε | να έχετε φοβερίσει / να φοβερίζετε / να φοβερίσετε | να φοβερίζουν / να φοβερίζουνε / να φοβερίσουν / να φοβερίσουνε |
| Προστακτική | — | φοβέριζε / φοβέρισε | — | — | φοβερίζετε / φοβερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →