φοδράρισμα
•
- το αποτέλεσμα αλλά και η διαδικασία, η ενέργεια του φοδράρω, το να ράβεις φόδρα σε ένα ρούχο, να καλύπτεις το εσωτερικό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοδράρισμα < φοδραρισ- (φοδράρω) + -μα < βενετική fodrar < fodra < πρωτογερμανική *fōdrą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂- (προστατεύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοδράρισμα | φοδραρίσματα |
| Γενική | φοδραρίσματος | φοδραρισμάτων |
| Αιτιατική | φοδράρισμα | φοδραρίσματα |
| Κλητική | φοδράρισμα | φοδραρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →