φοινικίδα
•
- πορφυρό ύφασμα Βικιλεξικό
- μικρή πινακίδα κόκκινου χρώματος κάτω από εικόνες εκκλησιών που είχαν την περιγραφή του αγίου ή της παράστασης Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςσημαία κόκκινου χρώματος του διεθνούς κώδικα σημάτων, για το γράμμα Β, με σημασία «Παραλαμβάνω ή εκφορτώνω ή μεταφέρω επικίνδυνα φορτία» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοινικίδα < φοινικίς < Φοίνικες • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοινικίδα | φοινικίδες |
| Γενική | φοινικίδας | φοινικίδων |
| Αιτιατική | φοινικίδα | φοινικίδες |
| Κλητική | φοινικίδα | φοινικίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →