φοιτηταριό
•
- συχνά απαξιωτικόένα σύνολο φοιτητών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοιτηταριό < φοιτητ(ής) + -αριό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοιτηταριό | φοιτηταριά |
| Γενική | φοιτηταριού | φοιτηταριών |
| Αιτιατική | φοιτηταριό | φοιτηταριά |
| Κλητική | φοιτηταριό | φοιτηταριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →