φοιτητοπατέρας
•
- ειρωνικόκαθηγητής που προσπαθεί με κάθε τρόπο να φέρεται καλά στους φοιτητές, ώστε να είναι αρεστός και να έχει την εύνοιά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοιτητοπατέρας < φοιτητής + -ο- + πατέρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοιτητοπατέρας | φοιτητοπατέρες |
| Γενική | φοιτητοπατέρα | φοιτητοπατέρων |
| Αιτιατική | φοιτητοπατέρα | φοιτητοπατέρες |
| Κλητική | φοιτητοπατέρα | φοιτητοπατέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →