φοιτητόθεν
•
- λόγιοαπό την εποχή που κάποιος (κάποια) ήταν φοιτητής (φοιτήτρια), από τα φοιτητικά χρόνια της ζωής ενός προσώπου Βικιλεξικό
- Λαθραναγνώνω με σύστημα φοιτητόθεν και εξακολουθώ να το πράττω (μετά μεγαλύτερης μανίας τώρα). Θες σε βιβλιοπωλεία, θες σε περίπτερα, θες σε ψιλικατζίδικα… όπου βρω υλικό
- Ακόμη θυμάμαι πόσο με συνάρπαζαν φοιτητόθεν τα άρθρα του στο Βήμα της Κυριακής (Νίκος Δήμου - oι δρόμοι μου, η επιτυχία του να είσαι σκεπτικός ως έλληνας mic.gr, 31/01/2005 http://www.mic.gr/book/nikos-dimoy-oi-dromoi-moy)
Ετυμολογία
φοιτητόθεν < φοιτητ(ής) (ή φοιτήτ(ρια) ) + ο + -θεν • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →