φολκλόρ
•
- η παραδοσιακή λαϊκή τέχνη Βικιλεξικό
- αρνητικάη τυποποιημένη και εμπορικά εκμεταλλεύσιμη εκδοχή του παραδοσιακού πολιτισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φολκλόρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική folklore < αγγλική folklore < folk + lore
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →