φονιάς
•
- αυτός που αφαιρεί εκούσια τη ζωή κάποιου Βικιλεξικό
- Κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς, / για κοίτα ένας νταλκάς σε πειρασμό με βάζει. / Με κοροϊδεύεις, με κάνεις ό,τι θες, / εγώ που έδιωχνα γυναίκες μέχρι χθες. (Και λέγε λέγε, στίχοι: Γιάννης Πάριος, μουσική: Θανάσης Πολυκανδριώτης, εκτέλεση: Στράτος Διονυσίου, 1981)
- (και για καιρικά φαινόμενα, ασθένειες κλπ)
- μεταφορικάκάποιος πολύ επικίνδυνος για τους αντιπάλους του, πχ σε αθλητικές συναντήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φονιάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φονιάς < φονέας < φονεύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φονιάς | φονιάδες |
| Γενική | φονιά | φονιάδων |
| Αιτιατική | φονιά | φονιάδες |
| Κλητική | φονιά | φονιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →