Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φονικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο φόνος, συνήθως για "διπλό φονικό", αλλά και μόνον για ένα Βικιλεξικό
    • Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε/πώς έγινε τούτο το φονικό·/την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,/το στέγνωμα της αγάπης· (Γ. Σεφέρης)

Ετυμολογία

φονικό ουσιαστικοποιημένο επίθετο <από το ουδέτερο του επιθέτου φονικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφονικόφονικά
Γενικήφονικούφονικών
Αιτιατικήφονικόφονικά
Κλητικήφονικόφονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →