φοντί
•
- γαστρονομίαγενική ονομασία για μαγειρικό παρασκεύασμα που περιλαμβάνει κυρίως λειωμένα με θερμότητα υλικά (όπως τυρί, σοκολάτα) Βικιλεξικό
- γαστρονομίατο σκεύος που χρησιμοποιείται για το λειώσιμο Βικιλεξικό
- κινηματογράφοςκινηματογραφικό εφέ όπου σταδιακά το προηγούμενο πλάνο σβήνει και το επόμενο εμφανίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοντί < (λόγιο δάνειο) γαλλική fondue (θηλυκό) < ρήμα fondre (λειώνω) :* για τη σημασία του κινηματογραφικού εφέ: (λόγιο δάνειο) γαλλική fondu (αρσενικό) < fondre
Άλλοι τύποι
φοντύ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →