Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορεσιά

/fo.ɾeˈsça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκόειδική στολή, ενδύματα για ειδικές περιστάσεις Βικιλεξικό
    • παραδοσιακή/λαϊκή φορεσιά κ.λπ.
    • Η φορεσιά του γαμπρού.

Ετυμολογία

φορεσιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φορεσιά < μεσαιωνική ελληνική φορεσία < ελληνιστική κοινή φόρεσ(ις) (το να φορέσει κάποιος) + -ία < φορέω/φορῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφορεσιάφορεσιές
Γενικήφορεσιάςφορεσιών
Αιτιατικήφορεσιάφορεσιές
Κλητικήφορεσιάφορεσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →