φορητός
•
- που μπορεί να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί σε πολλά σημεία (κυρίως συσκευές μικρού βάρους και μεγέθους, που δεν έχουν μια σταθερή βάση εγκατάστασης ή μη συνδεδεμένες ενσύρματα σε ένα δίκτυο) Βικιλεξικό
- φορητός υπολογιστής
- λογισμικόφορητή εφαρμογή, λογισμικό ή πρόγραμμα (βλ. portable) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορητός < (ελληνιστική κοινή) < φέρω + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φορητός | φορητή | φορητό |
| Γενική | φορητού | φορητής | φορητού |
| Αιτιατική | φορητό | φορητή | φορητό |
| Κλητική | φορητέ | φορητή | φορητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φορητοί | φορητές | φορητά |
| Γενική | φορητών | φορητών | φορητών |
| Αιτιατική | φορητούς | φορητές | φορητά |
| Κλητική | φορητοί | φορητές | φορητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →