Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορητός

/fo.ɾiˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί σε πολλά σημεία (κυρίως συσκευές μικρού βάρους και μεγέθους, που δεν έχουν μια σταθερή βάση εγκατάστασης ή μη συνδεδεμένες ενσύρματα σε ένα δίκτυο) Βικιλεξικό
    • φορητός υπολογιστής
  2. λογισμικόφορητή εφαρμογή, λογισμικό ή πρόγραμμα (βλ. portable) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορητός < (ελληνιστική κοινή) < φέρω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορητόςφορητήφορητό
Γενικήφορητούφορητήςφορητού
Αιτιατικήφορητόφορητήφορητό
Κλητικήφορητέφορητήφορητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορητοίφορητέςφορητά
Γενικήφορητώνφορητώνφορητών
Αιτιατικήφορητούςφορητέςφορητά
Κλητικήφορητοίφορητέςφορητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →