Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορμάρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του φορμάρω, το να δίνει κάποιος φόρμα ή την επιθυμητή μορφή Βικιλεξικό
  2. το να βρίσκει κάποιος την καλή του φυσική κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορμάρισμα < φορμάρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφορμάρισμαφορμαρίσματα
Γενικήφορμαρίσματοςφορμαρισμάτων
Αιτιατικήφορμάρισμαφορμαρίσματα
Κλητικήφορμάρισμαφορμαρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →