φορμάρισμα
•
- το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του φορμάρω, το να δίνει κάποιος φόρμα ή την επιθυμητή μορφή Βικιλεξικό
- το να βρίσκει κάποιος την καλή του φυσική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορμάρισμα < φορμάρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορμάρισμα | φορμαρίσματα |
| Γενική | φορμαρίσματος | φορμαρισμάτων |
| Αιτιατική | φορμάρισμα | φορμαρίσματα |
| Κλητική | φορμάρισμα | φορμαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →