φορμάρω
•
- δίνω την επιθυμητή φόρμα ή μορφή είτε με καλούπι (π.χ. στα γλυκά) είτε με χτένα (στα μαλλιά), είτε με ειδικη επεξεργασία (π.χ. στο καπέλο) Βικιλεξικό
- επεξεγάζομαι το δίσκο του υπολογιστή Βικιλεξικό
- χυδαίοκάνω ενεργητικό σεξ σε κάποιον, -α, είτε έντονο, είτε αφαιρώ παρθενία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορμάρω < φόρμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →