φορμόλη
•
- αντισηπτικός και συντηρητικός παράγοντας που συνίσταται στο διάλυμα φορμαλδεΰδης σε νερό, εμπορική ονομασία του συνήθως υδατικού διαλύματος φορμαλδεΰδης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορμόλη < από το γαλλικό χημικό όρο formol
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορμόλη | φορμόλες |
| Γενική | φορμόλης | φορμολών |
| Αιτιατική | φορμόλη | φορμόλες |
| Κλητική | φορμόλη | φορμόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →