φοροεπιδρομή
•
- οικονομίαη γενικευμένη με χαρακτήρα επιδρομής φορολόγηση αγαθών, είτε με προσαύξηση της υφισταμένης φορολογίας τους, είτε με επιβολή νέας Βικιλεξικό
- Η φοροεπιδρομή της Ρωσίας για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο (capital.gr, 13/6/2024 https://www.capital.gr/carnegieeurope-eu/3817303/i-foroepidromi-tis-rosias-gia-na-xrimatodotisei-ton-polemo/)
Ετυμολογία
φοροεπιδρομή (νεολογισμός) < φορο- + επιδρομή (φόρος + επιδρομή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοροεπιδρομή | φοροεπιδρομές |
| Γενική | φοροεπιδρομής | φοροεπιδρομών |
| Αιτιατική | φοροεπιδρομή | φοροεπιδρομές |
| Κλητική | φοροεπιδρομή | φοροεπιδρομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →