φοροκάρτα
•
- νεολογισμόςκάρτα που χρησιμοποιείται για φορολογικούς λόγους, όπως η συγκέντρωση αποδείξεων Βικιλεξικό
- Αναζητείται κατάστημα με μηχάνημα να περνάει τη «φοροκάρτα». (Πέρσα Κούσουλα, «Bάλτωσε» η χρήση της φοροκάρτας, Το Βήμα, 18 Ιουλίου 2012)
Ετυμολογία
φοροκάρτα < φόρ(ος) + -ο- + κάρτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοροκάρτα | φοροκάρτες |
| Γενική | φοροκάρτας | φοροκαρτών |
| Αιτιατική | φοροκάρτα | φοροκάρτες |
| Κλητική | φοροκάρτα | φοροκάρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →